Ο Άγιος Γεώργιος είναι χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 160 μέτρων, σε μια περιοχή ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς και σημαντικής ιστορικής αξίας. Το χωριό βρίσκεται δίπλα στις πηγές του Λούρος ποταμού, μέσα σε ένα καταπράσινο τοπίο με πλατανοδάση και άφθονα νερά, που προσδίδουν έντονη περιβαλλοντική σημασία στην περιοχή.
Η ιστορία του Αγίου Γεωργίου συνδέεται άμεσα με την αρχαιότητα και τη ρωμαϊκή περίοδο. Στην περιοχή σώζονται εντυπωσιακά τμήματα του Ρωμαϊκό Υδραγωγείο Νικόπολης, το οποίο κατασκευάστηκε για τη μεταφορά νερού από τις πηγές του χωριού προς την Αρχαία Νικόπολη, σε απόσταση περίπου 50 χιλιομέτρων. Το μνημείο αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά έργα της ρωμαϊκής εποχής στη Δυτική Ελλάδα και μαρτυρά τη σπουδαιότητα της περιοχής στο παρελθόν.
Στα αξιοθέατα του χωριού ξεχωρίζουν, εκτός από το υδραγωγείο και τις πηγές του Λούρου, και η λεγόμενη «Δρακότρυπα», μια μεγάλη οπή στον βράχο στο απέναντι βουνό. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Άγιος Γεώργιος καταδίωξε τον δράκο που τρομοκρατούσε την περιοχή, και εκείνος, στην προσπάθειά του να διαφύγει, χτύπησε το βουνό δημιουργώντας το άνοιγμα, προσδίδοντας στο τοπίο έντονο λαογραφικό ενδιαφέρον.
Η οικονομία του Αγίου Γεωργίου βασίζεται κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με αξιοποίηση των εύφορων εδαφών και των πλούσιων υδάτινων πόρων της περιοχής, ενώ τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται και ήπια τουριστική δραστηριότητα, χάρη στο φυσικό περιβάλλον και τα ιστορικά μνημεία.
Το Ανώγειο (ή Ανώγι) αποτελεί το πιο ορεινό χωριό του Νομού Πρέβεζας, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 1.100 – 1.200 μέτρων στις πλαγιές του Ξηροβούνι, στα βορειοανατολικά του νομού και κοντά στα όρια με τον Νομό Ιωαννίνων, πάνω από το στρατηγικό πέρασμα των Πέντε Πηγάδια. Το χωριό περιβάλλεται από άγριο ορεινό τοπίο, αραιά δάση και εκτεταμένα βοσκοτόπια, ενώ το ξηρό και υγιεινό κλίμα του οφείλεται στο μεγάλο υψόμετρο.
Η ιστορία του Ανωγείου είναι στενά συνδεδεμένη με τους αγώνες της νεότερης Ελλάδας. Κατά τον Οκτώβριο του 1912, στους Βαλκανικούς Πολέμους, μονάδα Ευζώνων με τη βοήθεια των κατοίκων απέκρουσε τουρκική επίθεση, γεγονός καθοριστικό για την κατάληψη του οχυρού στα Πέντε Πηγάδια και την απελευθέρωση της Φιλιππιάδας, καθιστώντας το χωριό σημείο ιστορικής μνήμης για την περιοχή.
Η οικονομία του χωριού βασίστηκε παραδοσιακά στην κτηνοτροφία, ιδιαίτερα στην εκτροφή αιγοπροβάτων, καθώς και σε περιορισμένη γεωργική δραστηριότητα λόγω των δύσκολων κλιματικών συνθηκών. Σήμερα, παρά τη μείωση του μόνιμου πληθυσμού, το Ανώγειο προσελκύει επισκέπτες που ενδιαφέρονται για τον ορεινό τουρισμό και τις εναλλακτικές μορφές αναψυχής.
Στα αξιοθέατα και τις δραστηριότητες ξεχωρίζει η ορειβασία και η πεζοπορία, καθώς το χωριό αποτελεί αφετηρία για απαιτητικές διαδρομές στο Ξηροβούνι, με εντυπωσιακή θέα και σημαντικές υψομετρικές διαφορές. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται το ιστορικό Κάστρο των Πέντε Πηγαδιών, σημαντικό μνημείο στρατιωτικής ιστορίας της Ηπείρου.
Ο Άσσος είναι ένα ορεινό χωριό χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 426 μέτρων, στις ανατολικές υπώρειες των Θεσπρωτικά Όρη (Μπαλντενέζι). Περιβάλλεται από ένα ιδιαίτερα πλούσιο φυσικό περιβάλλον, με δάση, χαμηλή θαμνώδη βλάστηση και καθαρό ορεινό αέρα, στοιχεία που συμβάλλουν στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και προσφέρουν ιδανικές συνθήκες για ήπιες δραστηριότητες στη φύση, όπως περίπατοι και πεζοπορία.
Η ιστορία του χωριού συνδέεται με τη μακρόχρονη παρουσία αγροκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι οποίες αξιοποίησαν το ορεινό τοπίο με σεβασμό στο περιβάλλον, διαμορφώνοντας έναν τρόπο ζωής βασισμένο στην αυτάρκεια και την αρμονική συνύπαρξη με τη φύση. Η οικονομία του Άσσου στηρίχθηκε παραδοσιακά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με κύρια προϊόντα τα δημητριακά και τα κτηνοτροφικά αγαθά, ενώ τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ενδιαφέρον για ήπιο αγροτουρισμό, που αξιοποιεί το φυσικό κεφάλαιο της περιοχής χωρίς να το αλλοιώνει.
Σημαντικό αξιοθέατο του χωριού αποτελεί το Λαογραφικό Μουσείο, το οποίο φιλοξενεί αντικείμενα καθημερινής ζωής, εργαλεία και εκθέματα που αναδεικνύουν την πολιτιστική κληρονομιά και την ιστορική ταυτότητα του τόπου. Ο Άσσος Πρέβεζας συνδυάζει αρμονικά φυσικό περιβάλλον, παραδοσιακή οικονομία και πολιτισμό, αποτελώντας έναν αυθεντικό ορεινό οικισμό της ενδοχώρας της Πρέβεζας.
Ο Γαλατάς αποτελεί έναν ημιορεινό οικισμό με πλούσιο ιστορικό υπόβαθρο, χτισμένο στη Λάκκα Λελόβου, σε υψόμετρο περίπου 160 – 180 μέτρων. Το χωριό περιβάλλεται από ήπιο φυσικό τοπίο με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και χαμηλούς λόφους, στοιχείο που καθόρισε διαχρονικά τη ζωή και την οικονομική του δραστηριότητα.
Η ιστορία και η ονομασία του Γαλατά είναι χαρακτηριστικές των διοικητικών αλλαγών της περιοχής κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Παλαιότερα το χωριό ήταν γνωστό ως Μπουλμέτι – Ζερβό, ενώ το 1925 αποσπάστηκε από την κοινότητα Ποδογόρας και ορίστηκε ως έδρα της αυτόνομης κοινότητας Μπουλμέτι – Ζερβό. Η επίσημη μετονομασία σε «Γαλατάς» πραγματοποιήθηκε με το ΦΕΚ 76Α στις 2 Μαΐου 1927, σηματοδοτώντας τη σύγχρονη διοικητική του ταυτότητα.
Η οικονομία του χωριού βασίστηκε παραδοσιακά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με κύριες δραστηριότητες την καλλιέργεια δημητριακών, ελιών και τη μικρής κλίμακας ζωική παραγωγή. Το φυσικό περιβάλλον της Λάκκας Λελόβου, με τα εύφορα εδάφη, συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση της αγροτικής φυσιογνωμίας του οικισμού.
Ο Γοργόμυλος είναι ένα ορεινό χωριό της Πρέβεζας, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 700 μέτρων, στο φυσικό σύμπλεγμα του Ξηροβουνίου. Το χωριό περιβάλλεται από δάση, ορεινές κορυφές και έντονο ανάγλυφο, προσφέροντας καθαρό αέρα και ιδανικές συνθήκες για ορεινή πεζοπορία και επαφή με τη φύση. Η Δημοτική Κοινότητα Γοργομύλου περιλαμβάνει συνολικά δέκα οικισμούς, μεταξύ των οποίων ο Γοργόμυλος, ο Νέος Γοργόμυλος, το Καστρί και ο Γεροπλάτανος, που συνθέτουν έναν ενιαίο ιστορικό και κοινωνικό χώρο.
Ιστορικά, το χωριό ήταν γνωστό με την παλιά ονομασία Μουλιανά έως το 1927, όταν και μετονομάστηκε σε Γοργόμυλος. Η περιοχή φέρει έντονο ιστορικό αποτύπωμα ήδη από την αρχαιότητα, καθώς στα όρια του χωριού, στη θέση Καστρί, βρίσκονται τα ερείπια της Αρχαίο Όρραον, μιας από τις καλύτερα διατηρημένες οχυρωμένες πόλεις της Ηπείρου, που ιδρύθηκε από τους Μολοσσούς τον 4ο αιώνα π.Χ. Στον αρχαιολογικό χώρο σώζονται σε μεγάλο ύψος πέτρινα σπίτια, τμήματα οχυρώσεων, δεξαμενές νερού και ίχνη του αρχαίου οδικού δικτύου, στοιχεία που αναδεικνύουν τη στρατηγική και οικιστική σημασία της πόλης.
Η τοπική οικονομία του Γοργομύλου βασίζεται παραδοσιακά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις και αξιοποίηση των ορεινών βοσκοτόπων. Ο πρωτογενής τομέας, σε συνδυασμό με την ήπια τουριστική ανάπτυξη που σχετίζεται με το φυσικό και αρχαιολογικό περιβάλλον, αποτελεί βασικό στήριγμα της τοπικής ζωής.
Ο Γυμνότοπος είναι ένα ορεινό χωριό της Πρέβεζας, χτισμένο σε υψόμετρο 390 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, στους πρόποδες του Ξηροβουνίου. Ο οικισμός περιβάλλεται από επιβλητικές κορυφές, όπως ο Γοργόμυλος και ο Πύργος Τσουγκρί, γεγονός που του προσδίδει έντονο φυσικό ανάγλυφο και ξεχωριστή περιβαλλοντική αξία. Το τοπίο χαρακτηρίζεται από βουνό, δάση και καθαρό αέρα, στοιχεία που διαμόρφωσαν διαχρονικά τον τρόπο ζωής των κατοίκων.
Η ιστορία του χωριού είναι ιδιαίτερα πλούσια και συνδέεται με διαδοχικές μετακινήσεις του οικισμού. Η παλαιότερη ονομασία του ήταν Γκολιάδες, ενώ αρχικά ο οικισμός βρισκόταν στην περιοχή «Κόντρες», κοντά στο Αρχαίο Όρραον. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη θέση «Παλιοχώρι», δίπλα στη σημερινή Ιόνια Οδό, πριν εγκατασταθεί οριστικά στη σημερινή του τοποθεσία. Η περιοχή έχει ιστορική σημασία, καθώς κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο τον Οκτώβριο του 1912 διεξήχθησαν σφοδρές μάχες ανάμεσα στον ελληνικό στρατό και τις οθωμανικές δυνάμεις που κατείχαν στρατηγικά σημεία στο Ξηροβούνι.
Ο Γυμνότοπος διατηρεί έντονη πολιτιστική και λαογραφική ταυτότητα. Στον παλιό οικισμό κοντά στον ποταμό Λούρο, το παλιό δημοτικό σχολείο του 1866 έχει αναπαλαιωθεί και λειτουργεί σήμερα ως Λαογραφικό Μουσείο, διαφυλάσσοντας την ιστορική μνήμη και την καθημερινή ζωή των παλαιότερων γενεών. Το χωριό είναι επίσης γνωστό για τη μουσική του παράδοση και αποτελεί μέρος της ευρύτερης μουσικής κληρονομιάς του Ξηροβουνίου, με έντονη παρουσία του κλαρίνου και των ηπειρώτικων τραγουδιών.
Το Δρυόφυτο είναι ένα ημιορεινό χωριό χτισμένο σε υψόμετρο 160 μέτρων, σε μια περιοχή με πλούσιο φυσικό τοπίο και έντονο παραδοσιακό χαρακτήρα. Μέχρι το 1927 ήταν γνωστό με την παλιά ονομασία Σφήνα, όταν και μετονομάστηκε σε Δρυόφυτο, όνομα που προέρχεται από τα εκτεταμένα δάση βελανιδιών (δρύες) που περιβάλλουν τον οικισμό και διαμόρφωσαν διαχρονικά την ταυτότητά του.
Το χωριό περιβάλλεται από δασικές εκτάσεις και χαμηλούς λόφους, ενώ στα όριά του βρίσκεται ο Κοκκινοπηλός, ένα εντυπωσιακό και διεθνώς γνωστό γεωλογικό φαινόμενο με χαρακτηριστικούς κόκκινους σχηματισμούς, που προσδίδει ιδιαίτερη περιβαλλοντική και αισθητική αξία στην περιοχή. Η τοπική οικονομία βασίζεται κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις που διατηρούν τον αγροτικό χαρακτήρα του χωριού.
Σημαντικό σημείο αναφοράς αποτελεί ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου, ο κεντρικός ναός και βασικός πυρήνας της θρησκευτικής και κοινωνικής ζωής, ενώ η παραδοσιακή πλατεία φιλοξενεί τα τοπικά πανηγύρια και πολιτιστικές εκδηλώσεις, που κρατούν ζωντανά τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική συνοχή. Το Δρυόφυτο συνδυάζει ιστορία, φυσικό πλούτο και παράδοση, προσφέροντας μια αυθεντική εικόνα της ελληνικής υπαίθρου.
Το Θεσπρωτικό είναι ένα ιστορικό και ζωντανό χωριό της Πρέβεζας, χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 60 μέτρων στην εύφορη κοιλάδα της Λάκκας Λελόβου, στην καρδιά της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Η περιοχή κατοικείται από παλαιότερους χρόνους, καθώς η ευρύτερη ζώνη της Πρέβεζας και της Ηπείρου παρουσιάζει συνεχή ανθρώπινη παρουσία από την αρχαιότητα. Το χωριό αναπτύχθηκε κυρίως κατά τους νεότερους χρόνους, ιδιαίτερα τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, γύρω από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Η παλαιότερη ονομασία του ήταν Λέλοβα, η οποία διατηρήθηκε έως το 1927, όταν και μετονομάστηκε επίσημα σε Θεσπρωτικό, όνομα που παραπέμπει στη γεωγραφική και ιστορική ταυτότητα της περιοχής.
Το χωριό διαθέτει σημαντικά μνημεία θρησκευτικού και ιστορικού χαρακτήρα, με κυριότερο τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, που αποτελεί σημείο αναφοράς για την τοπική κοινωνία και συνδέεται με την παράδοση και τα πανηγύρια της περιοχής. Παράλληλα, το Θεσπρωτικό περιβάλλεται από ένα φυσικό περιβάλλον ιδιαίτερης αξίας, με πεδινά τοπία, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και χαμηλούς λόφους, προσφέροντας καθαρό αέρα, ηρεμία και δυνατότητες ήπιων δραστηριοτήτων στη φύση.
Η τοπική οικονομία βασίζεται κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με έμφαση στην ελαιοκαλλιέργεια, τα αγροτικά προϊόντα και τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, ενώ η ύπαρξη βασικών υποδομών εξυπηρετεί τόσο τους μόνιμους κατοίκους όσο και τα γύρω χωριά. Σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή διαδραματίζει ο αθλητισμός, με την ποδοσφαιρική ομάδα Κεραυνός Θεσπρωτικού, που ιδρύθηκε το 1954 και αποτελεί διαχρονικά σύμβολο ενότητας, συμμετοχής της νεολαίας και τοπικής ταυτότητας.
Ο Κερασώνας είναι ένας ημιορεινός οικισμός της ενδοχώρας της Πρέβεζας, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 150 – 200 μέτρων, μέσα σε ένα ήρεμο αγροτικό και φυσικό περιβάλλον. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από χαμηλούς λόφους, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τμήματα φυσικής βλάστησης, προσφέροντας καθαρό αέρα και εικόνες τυπικές της ηπειρωτικής υπαίθρου.
Η ιστορία του Κερασώνα συνδέεται με τη μακρόχρονη παρουσία αγροτικών πληθυσμών που εκμεταλλεύτηκαν τη γη και τους φυσικούς πόρους της περιοχής. Ο οικισμός διατηρεί στοιχεία παραδοσιακής ζωής, με την κοινωνική συνοχή να βασίζεται στις οικογενειακές και κοινοτικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν διαχρονικά.
Η οικονομία του χωριού στηρίχθηκε κυρίως στη γεωργία και τη μικρής κλίμακας κτηνοτροφία, με καλλιέργειες που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων και της γύρω περιοχής. Σήμερα, αν και ο πληθυσμός είναι περιορισμένος, η αγροτική δραστηριότητα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας, ενώ παρατηρείται ενδιαφέρον για διατήρηση και ήπια αξιοποίηση του αγροτικού τοπίου.
Η Κλεισούρα είναι ένας ημιορεινός οικισμός της ενδοχώρας του Νομού Πρέβεζας, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 250 – 300 μέτρων, σε μια περιοχή με ήπιο ανάγλυφο και έντονα φυσικά στοιχεία. Το χωριό περιβάλλεται από λόφους, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τμήματα φυσικής βλάστησης, συνθέτοντας ένα ήσυχο αγροτικό τοπίο που χαρακτηρίζει τη δυτική ηπειρωτική ενδοχώρα.
Η ιστορία της Κλεισούρας συνδέεται με τη μακρόχρονη παρουσία αγροτικών κοινοτήτων, οι οποίες αξιοποίησαν τη γεωγραφική θέση του οικισμού και τη γη για την επιβίωσή τους. Ο ίδιος ο οικισμός, όπως μαρτυρά και η ονομασία του, σχετίζεται με φυσικά «περάσματα» και δρόμους επικοινωνίας της περιοχής, γεγονός που του προσέδωσε τοπική σημασία στο παρελθόν.
Η οικονομία του χωριού βασίστηκε παραδοσιακά στη γεωργία και τη μικρής κλίμακας κτηνοτροφία, με καλλιέργειες που κάλυπταν κυρίως τις ανάγκες των κατοίκων. Παρότι σήμερα ο πληθυσμός είναι μειωμένος, η αγροτική δραστηριότητα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας, ενώ διατηρείται ο παραδοσιακός χαρακτήρας της καθημερινής ζωής.
Η Κρανέα είναι ένας ημιορεινός οικισμός της ενδοχώρας της Πρέβεζας, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 300 – 350 μέτρων, μέσα σε ένα ήσυχο και φυσικά πλούσιο τοπίο. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από χαμηλούς λόφους, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και τμήματα ζωηρής βλάστησης, προσφέροντας καθαρό αέρα και εικόνες αυθεντικής ηπειρωτικής υπαίθρου.
Η ιστορία της Κρανέας συνδέεται με τη διαχρονική παρουσία αγροτικών πληθυσμών που εκμεταλλεύτηκαν τη γη και τους φυσικούς πόρους της περιοχής. Το ίδιο το όνομα του χωριού παραπέμπει στη φυσική βλάστηση και ειδικότερα στις κρανιές, γεγονός που μαρτυρά τη στενή σχέση του οικισμού με το περιβάλλον και τη φύση.
Η οικονομία του χωριού βασίστηκε παραδοσιακά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με καλλιέργειες δημητριακών και μικρής κλίμακας παραγωγή που κάλυπτε κυρίως τις ανάγκες των κατοίκων. Παρά τη μείωση του μόνιμου πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες, η αγροτική δραστηριότητα παραμένει βασικό στοιχείο της τοπικής ταυτότητας.
Τα Μελιανά είναι ένας ημιορεινός οικισμός της ενδοχώρας του Νομού Πρέβεζας, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 300 – 350 μέτρων, μέσα σε ένα ήσυχο και φυσικά πλούσιο τοπίο. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από χαμηλούς λόφους, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και φυσική βλάστηση, προσφέροντας καθαρό αέρα και εικόνες αυθεντικής ηπειρωτικής υπαίθρου.
Η ιστορία του χωριού συνδέεται με τη μακρόχρονη παρουσία αγροτικών κοινοτήτων που αξιοποίησαν το έδαφος και το φυσικό περιβάλλον για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Ο οικισμός διατήρησε διαχρονικά τον παραδοσιακό του χαρακτήρα, με έντονα στοιχεία συλλογικής ζωής και τοπικών εθίμων.
Η οικονομία των Μελιανών βασίστηκε κυρίως στη γεωργία και τη μικρής κλίμακας κτηνοτροφία, με καλλιέργειες δημητριακών και παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων. Παρά τη σταδιακή μείωση του πληθυσμού, η αγροτική δραστηριότητα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στοιχείο της ταυτότητας του χωριού.
Η Νέα Κερασούντα αποτελεί πεδινό–ημιορεινό οικισμό του Νομού Πρέβεζας, κτισμένο σε χαμηλό υψόμετρο, περίπου 25 – 30 μέτρων, σε μικρή απόσταση από την ακτογραμμή του Αμβρακικού Κόλπου. Η γεωγραφική της θέση την εντάσσει σε έναν χώρο ιδιαίτερης φυσικής και οικολογικής σημασίας, όπου συνυπάρχουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις, υγροτοπικά οικοσυστήματα και η άμεση επαφή με τη θάλασσα. Το ήπιο κλίμα, οι πλούσιοι υδάτινοι πόροι και η βιοποικιλότητα της περιοχής διαμορφώνουν ένα περιβάλλον υψηλής αισθητικής και περιβαλλοντικής αξίας, ευνοϊκό για ανθρώπινη εγκατάσταση και παραγωγική δραστηριότητα.
Η ιστορική φυσιογνωμία της Νέας Κερασούντας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον προσφυγικό ελληνισμό του Πόντου. Ο οικισμός ιδρύθηκε μετά το 1922 από πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή, φέροντας μαζί τους ένα ισχυρό πολιτισμικό φορτίο μνήμης, παραδόσεων και συλλογικών βιωμάτων. Η ονομασία του χωριού, εμπνευσμένη από την Κερασούντα του Πόντου, δεν λειτουργεί απλώς ως γεωγραφική αναφορά, αλλά ως ζωντανό σύμβολο ιστορικής συνέχειας και ταυτότητας, διατηρώντας άσβεστη τη μνήμη της χαμένης πατρίδας.
Η οικονομική φυσιογνωμία της Νέας Κερασούντας διαμορφώθηκε αρχικά γύρω από τη γεωργία, την αλιεία και τη μικρής κλίμακας κτηνοτροφία, δραστηριότητες άμεσα εξαρτώμενες από το φυσικό περιβάλλον του Αμβρακικού Κόλπου. Στη σύγχρονη εποχή, οι αγροτικές καλλιέργειες, τα επαγγέλματα που σχετίζονται με την αλιευτική παραγωγή και τον υγροβιότοπο, καθώς και οι τοπικές εμπορικές και υπηρεσιακές δραστηριότητες, συγκροτούν έναν πολυδιάστατο και δυναμικό οικονομικό ιστό.
Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει και το φυσικό περιβάλλον της περιοχής, καθώς ο Αμβρακικός Κόλπος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους υγροτόπους της Ελλάδας, με πλούσια ορνιθοπανίδα και οικολογική αξία διεθνούς ενδιαφέροντος. Η γειτνίαση του οικισμού με αυτό το μοναδικό οικοσύστημα ενισχύει τον περιβαλλοντικό του ρόλο και προσφέρει δυνατότητες ήπιας ανάπτυξης, όπως η οικοτουριστική δραστηριότητα.
Το Νικολίτσι αποτελεί έναν πεδινό–ημιορεινό οικισμό, κτισμένο σε υψόμετρο περίπου 264 μέτρων άνω της επιφανείας της θαλάσσης, μέσα σε ένα τοπίο ήπιας μορφολογίας, όπου οι εκτεταμένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις συναντούν χαμηλούς, απαλούς λοφίσκους. Το φυσικό περιβάλλον που το περιβάλλει, γόνιμο και αρμονικό, προσδίδει στο χωριό μια αίσθηση γαλήνης και αυθεντικότητας, εντάσσοντάς το οργανικά στη φυσιογνωμία της ηπειρωτικής ενδοχώρας.
Η ιστορική του διαδρομή ανάγεται στη μακραίωνη παρουσία αγροτικών πληθυσμών στη Λάκκα Λελόβου, οι οποίοι, μέσα από τη συνετή αξιοποίηση της γης και των φυσικών πόρων, συγκρότησαν έναν οικισμό βασισμένο στην αυτάρκεια, τη συλλογικότητα και τη στενή σχέση ανθρώπου και τόπου. Στο πέρασμα του χρόνου, το Νικολίτσι κατόρθωσε να διαφυλάξει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα, διατηρώντας ζωντανά τα στοιχεία της κοινοτικής ζωής, των τοπικών εθιμικών πρακτικών και της κοινωνικής συνοχής, που λειτουργούν ως άρρηκτος συνεκτικός δεσμός των κατοίκων.
Η οικονομική φυσιογνωμία του οικισμού διαμορφώθηκε πρωτίστως από τη γεωργία και τη μικρής κλίμακας κτηνοτροφία, με την καλλιέργεια δημητριακών και κηπευτικών, καθώς και τη ζωική παραγωγή, να αποτελούν σταθερές πηγές βιοπορισμού. Στη σύγχρονη εποχή, παρά τις μεταβολές που επέφεραν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, η αγροτική δραστηριότητα εξακολουθεί να συνιστά τον θεμέλιο λίθο της τοπικής οικονομίας, πλαισιωμένη από περιορισμένες εμπορικές και επαγγελματικές ενασχολήσεις, οι οποίες συμβάλλουν στη διατήρηση της λειτουργικής συνέχειας και της διαχρονικής ταυτότητας του χωριού.
Η Παναγιά συνιστά πεδινό οικισμό του Νομού Πρέβεζας, εγκατεστημένο σε χαμηλό υψόμετρο, περί τα 170–175 μέτρα, εντός ενός εκτεταμένου και γόνιμου αγροτικού τοπίου, χαρακτηριστικού της δυτικής ηπειρωτικής ενδοχώρας. Το ήπιο ανάγλυφο του εδάφους και η αφθονία καλλιεργήσιμων εκτάσεων διαμόρφωσαν, ήδη από παλαιούς χρόνους, ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη σταθερή ανθρώπινη εγκατάσταση και την ανάπτυξη αγροτικού βίου.
Η ιστορική συγκρότηση του οικισμού ανάγεται στη μακρά παρουσία αγροτικών κοινοτήτων, οι οποίες οργάνωσαν τη συλλογική τους ζωή με άξονα τη θρησκευτική πίστη και τη κοινωνική συνοχή. Η ονομασία του χωριού δεν αποτελεί απλώς τοπωνυμική ένδειξη, αλλά λειτουργεί ως μαρτυρία της βαθιάς πνευματικής σχέσης των κατοίκων με την ορθόδοξη παράδοση, η οποία διαχρονικά λειτούργησε ως συνεκτικός ιστός της τοπικής κοινωνίας και θεμέλιο της πολιτισμικής της ταυτότητας.
Η οικονομική φυσιογνωμία της Παναγιάς διαμορφώθηκε πρωτίστως από τη γεωργία και τη μικρής κλίμακας κτηνοτροφία, δραστηριότητες που εξασφάλιζαν την αυτάρκεια του πληθυσμού και συνέβαλλαν στην τροφοδότηση της ευρύτερης περιοχής. Παρά τις κοινωνικές, δημογραφικές και οικονομικές μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών, η αγροτική παραγωγή εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της τοπικής ζωής, διατηρώντας αδιάσπαστη τη συνέχεια και τον παραδοσιακό χαρακτήρα του οικισμού.
Οι Παπαδάτες συνιστούν έναν αξιόλογο ημιορεινό οικισμό του νομού Πρέβεζας, κτισμένο σε υψόμετρο περίπου 250 μέτρων, μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον όπου η γαλήνη και η αρμονία δεσπόζουν. Η γεωγραφική τους θέση προσφέρει ευρύ ορίζοντα και εύκρατο κλίμα, στοιχεία που συμβάλλουν στη διαχρονική κατοίκηση και στη διατήρηση της ζωτικότητας του χωριού.
Η ιστορική του πορεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συλλογική μνήμη της Ηπείρου, αποτυπώνοντας τον τρόπο ζωής μιας παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας, η οποία ανέπτυξε στενούς δεσμούς με τη γη και καλλιέργησε αξίες όπως η αυτάρκεια, η συνεργασία και ο σεβασμός προς τη φύση.
Η οικονομική δραστηριότητα των Παπαδατών στηρίζεται κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με εξέχουσα θέση να κατέχουν η καλλιέργεια της ελιάς, των δημητριακών και η παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων. Παράλληλα, τα τελευταία έτη παρατηρείται μια ήπια στροφή προς τον αγροτουρισμό, ο οποίος αξιοποιεί το φυσικό και πολιτισμικό κεφάλαιο της περιοχής χωρίς να αλλοιώνει τον χαρακτήρα της. Ο οικιστικός ιστός διατηρεί έντονα τα στοιχεία της παράδοσης, με λιτούς αρχιτεκτονικούς τύπους, γραφικά δρομάκια και τον κεντρικό ναό να λειτουργεί ως σημείο κοινωνικής και πνευματικής αναφοράς.
Η Πέτρα είναι ένας παραδοσιακός οικισμός της Περιφερειακής Ενότητας Πρέβεζας, χτισμένος σε χαμηλό υψόμετρο, περίπου 30 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, σε μια εύφορη περιοχή της Ηπείρου που ευνοεί την ανθρώπινη εγκατάσταση και την αγροτική δραστηριότητα.
Η ονομασία του χωριού αποδίδεται, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στη γεωμορφολογία της περιοχής και στους βραχώδεις σχηματισμούς που υπήρχαν παλαιότερα και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για τους κατοίκους.
Η ιστορία της Πέτρας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αγροτική ζωή και τις ιστορικές εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής της Πρέβεζας, καθώς ο οικισμός διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε κυρίως κατά τα νεότερα χρόνια, με τους κατοίκους να συμμετέχουν ενεργά στους κοινωνικούς και εθνικούς αγώνες και να διατηρούν ζωντανά τα ήθη και τα έθιμα του τόπου.
Η τοπική οικονομία βασίζεται διαχρονικά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, αξιοποιώντας το εύφορο έδαφος και το ήπιο κλίμα, ενώ τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή ενίσχυση μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων και ήπιων μορφών αγροτουρισμού.
Το Πολυστάφυλο αποτελεί ορεινό αγροτικό οικισμό της Περιφερειακής Ενότητας Πρέβεζας, ενταγμένο στο γεωγραφικό σύστημα της δυτικής Ηπείρου. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο περίπου 350 μέτρων, στους πρόποδες του όρους Ζάλογγο, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τόσο τη χωροταξική του ανάπτυξη όσο και τη φυσιογνωμία της τοπικής οικονομίας. Η ονομασία του οικισμού συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη «σταφύλι» και αποδίδεται στην παλαιότερη εκτεταμένη αμπελοκαλλιέργεια της περιοχής, στοιχείο που μαρτυρεί τη μακρά σχέση του οικισμού με την αγροτική παραγωγή.
Η ιστορική πορεία του Πολυστάφυλου συνδέεται με τη διαχρονική κατοίκηση της ορεινής ζώνης της Πρέβεζας και με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικράτησαν κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο και τα νεότερα χρόνια. Ο οικισμός διατήρησε έντονο τον αγροτικό του χαρακτήρα, ενώ οι κάτοικοί του συμμετείχαν στις ιστορικές εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της τοπικής συλλογικής μνήμης και ταυτότητας.
Η οικονομία του Πολυστάφυλου βασίζεται κυρίως στον πρωτογενή τομέα, με έμφαση στη γεωργία μικρής κλίμακας και τη συμπληρωματική κτηνοτροφία, δραστηριότητες που προσαρμόστηκαν στις ορεινές συνθήκες και το ανάγλυφο της περιοχής. Παράλληλα, καταγράφονται τάσεις περιορισμένης οικονομικής διαφοροποίησης, κυρίως μέσω μικρών τοπικών δραστηριοτήτων και της αξιοποίησης του φυσικού και πολιτισμικού αποθέματος.
Το Ριζοβούνι είναι ένας παραδοσιακός οικισμός της Ηπείρου, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 300 μέτρων, στις παρυφές χαμηλών λόφων που του προσφέρουν πανοραμική θέα και ήπιο κλίμα. Η σημερινή του ονομασία αποτυπώνει με ακρίβεια τη γεωγραφική του θέση, καθώς το χωριό βρίσκεται «στη ρίζα του βουνού».
Μέχρι το 1927 ήταν γνωστό με το παλαιότερο όνομα Ποδογόρα, το οποίο, σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, έχει σλαβική προέλευση (Pot goria se) και σημαίνει «στους πρόποδες» ή «στη ρίζα του βουνού». Μια δεύτερη εκδοχή συνδέει την ονομασία με την περίοδο της τουρκοκρατίας και το παιδομάζωμα, θεωρώντας το «Ποδογόρα» παραφθορά του όρου «παιδ-αγορά». Το υστερόχρονο όνομα «Ριζοβούνι» αποτελεί την ελληνική απόδοση του νοήματος της σλαβικής λέξης, διατηρώντας τη διαχρονική σχέση του οικισμού με το φυσικό του περιβάλλον.
Η οικονομία του βασίστηκε διαχρονικά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με κυρίαρχες δραστηριότητες την καλλιέργεια της ελιάς, των εσπεριδοειδών και των δημητριακών, καθώς και την εκτροφή ζώων. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακά στροφή προς ήπιες μορφές ανάπτυξης, με έμφαση στον αγροτουρισμό και την αξιοποίηση των τοπικών προϊόντων.
Η Ρωμιά είναι ένας μικρός αγροτικός οικισμός της Ηπείρου, χτισμένος σε υψόμετρο περίπου 100 μέτρων, μέσα στην εύφορη πεδινή ζώνη της ευρύτερης περιοχής της Πρέβεζα. Η ονομασία του χωριού συνδέεται με τη διαχρονική παρουσία του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή και αποδίδεται στην έννοια της «Ρωμιοσύνης», όρος που χρησιμοποιήθηκε κατά τους μεταβυζαντινούς χρόνους για να δηλώσει τον ελληνικό, ορθόδοξο πληθυσμό, αντανακλώντας την ιστορική και πολιτισμική ταυτότητα των κατοίκων.
Η Ρωμιά αναφέρεται επίσημα ως ξεχωριστός οικισμός το 1920, καταγεγραμμένη με την ονομασία «Ρουμνιά», οπότε και προσαρτάται στην τότε κοινότητα Νέα Φιλιππιάδα. Το 1928 το όνομά της διορθώθηκε στη σημερινή του μορφή, «Ρωμιά». Η ιστορική της πορεία είναι άρρηκτα δεμένη με την αγροτική ζωή και την εξέλιξη της πεδινής Πρέβεζας, με τον οικισμό να διατηρεί έναν ήσυχο και σταθερό χαρακτήρα στο πέρασμα του χρόνου.
Η τοπική οικονομία βασίστηκε διαχρονικά στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με βασικές δραστηριότητες την καλλιέργεια δημητριακών, εσπεριδοειδών και ελιάς, καθώς και την εκτροφή ζώων. Παράλληλα, η εγγύτητα στα αστικά κέντρα της περιοχής ενίσχυσε τη συμπληρωματική απασχόληση των κατοίκων σε εμπορικούς και υπηρεσιακούς τομείς.
Το Τσαγκαρόπουλο είναι ένας μικρός ορεινός οικισμός της Ηπείρου, χτισμένος σε υψόμετρο 480 μέτρων, σε περιοχή με έντονο φυσικό ανάγλυφο και καθαρό ορεινό περιβάλλον. Η γεωγραφική του θέση του προσδίδει ήπιο καλοκαιρινό κλίμα και πανοραμική θέα προς την ενδοχώρα της Πρέβεζας.
Η ονομασία του οικισμού αποδίδεται πιθανότατα σε οικογενειακό ή επαγγελματικό προσωνύμιο, φαινόμενο σύνηθες στην ονοματοδοσία μικρών ηπειρωτικών οικισμών, και παραπέμπει σε παλαιότερους κατοίκους ή επαγγελματικές δραστηριότητες που άφησαν το αποτύπωμά τους στον τόπο.
Η τοπική οικονομία βασίστηκε διαχρονικά στη γεωργία μικρής κλίμακας και την κτηνοτροφία, με καλλιέργειες και εκτροφές προσαρμοσμένες στις ορεινές συνθήκες. Η περιορισμένη αλλά σταθερή παραγωγική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τη μετακίνηση κατοίκων προς τα πεδινά και αστικά κέντρα, διαμόρφωσε τον σημερινό ήσυχο και αραιοδομημένο χαρακτήρα του οικισμού.
Η Φιλιππιάδα Πρέβεζας είναι κωμόπολη της Ηπείρου και ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της ενδοχώρας της Πρέβεζας, χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 20 μέτρων, σε κομβικό σημείο που συνδέει την Ήπειρο με τη Δυτική Ελλάδα. Η γεωγραφική της θέση, σε πεδινή περιοχή με εύκολη πρόσβαση σε οδικούς άξονες, συνέβαλε καθοριστικά στη διαχρονική της ανάπτυξη.
Η ονομασία της Φιλιππιάδας αποδίδεται, σύμφωνα με επικρατέστερες εκδοχές, είτε σε αρχαία ή βυζαντινή παράδοση που συνδέεται με το όνομα «Φίλιππος», είτε στη νεότερη ιστορική της εξέλιξη ως οργανωμένου οικισμού. Η σύγχρονη πόλη αναπτύχθηκε κυρίως κατά τον 20ο αιώνα, ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση της περιοχής και την εγκατάσταση πληθυσμών από την ύπαιθρο, εξελισσόμενη σταδιακά σε διοικητικό, εμπορικό και κοινωνικό κέντρο της περιοχής.
Η οικονομία της Φιλιππιάδας βασίζεται σε ένα δυναμικό μείγμα εμπορίου, υπηρεσιών και πρωτογενούς παραγωγής. Αποτελεί βασικό εμπορικό κόμβο για τους γύρω οικισμούς, ενώ η γεωργία και η κτηνοτροφία της ευρύτερης περιοχής στηρίζουν σημαντικό μέρος της τοπικής οικονομίας. Παράλληλα, η παρουσία μικρών επιχειρήσεων, βιοτεχνιών και δημόσιων υπηρεσιών ενισχύει τον αστικό της χαρακτήρα και τη λειτουργία της ως κέντρου εξυπηρέτησης.
Το φυσικό περιβάλλον γύρω από τη Φιλιππιάδα χαρακτηρίζεται από εύφορες πεδινές εκτάσεις, καλλιέργειες και ήπιο μεσογειακό κλίμα, στοιχεία που ευνοούν την αγροτική παραγωγή και την ποιότητα ζωής. Η σχετική εγγύτητα στον Αμβρακικό Κόλπο προσδίδει ιδιαίτερη οικολογική σημασία στην περιοχή, λόγω των σημαντικών υγροτοπικών οικοσυστημάτων και της πλούσιας βιοποικιλότητας. Η Φιλιππιάδα συνδυάζει τον ρόλο μιας σύγχρονης κωμόπολης με τη στενή σχέση με το φυσικό και αγροτικό περιβάλλον, αποτελώντας σημείο αναφοράς για την ενδοχώρα της Πρέβεζας.